θεοτούμπης

θεοτούμπης
ο
1) ханжа, святоша; 2) обманщик, пройдоха

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "θεοτούμπης" в других словарях:

  • θεοτούμπης — ο αυτός που προσκυνά υποκριτικά τον θεό με γονυκλισίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < θεο * + τούμπα] …   Dictionary of Greek

  • θεοτούμπης — ο θεομπαίχτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θεο- — (AM θεο ) πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων τής ελληνικής που έχουν την έννοια ότι αυτό που δηλώνεται από το δεύτερο συνθετικό γίνεται από τον θεό (ή τους θεούς) ή για χάρη τού θεού ή έχει ως αντικείμενο τον θεό («θεόδμητος», «θεοσεβής», «θεόφρων»)… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»